επιδεικνύω

επιδεικνύω
(αόρ. επέδειξα) μετ.
1) показывать; указывать; 2) предъявлять;

επιδεικνύω την ταυτότητα — предъявлять пропуск;

3) выказывать, обнаруживать, проявлять;
4) выставлять напоказ, демонстрировать; хвастать, щеголять;

επιδεικνύομαι

1) — франтить, щеголять;

2) кичиться, гордиться, зазнаваться;

της αρέσει να επιδεικνύεται παντού — ей нравится везде выставлять себя напоказ


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "επιδεικνύω" в других словарях:

  • επιδεικνύω — επιδεικνύω, επέδειξα βλ. πίν. 87 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιδεικνύω — (AM ἐπιδείκνυμι και ἐπιδεικνύω) 1. παρουσιάζω, εμφανίζω, προβάλλω κάτι ως δείγμα, ως αξιόλογο για θέα ή ως πειστήριο (α. «επιδεικνύει τα νέα κοσμήματα, ή τα πειστήρια τού εγκλήματος» β. «καλὴν εἰκάσας γραφῇ γυναῖκα ἐπεδείκνυεν») 2. εμφανίζω και… …   Dictionary of Greek

  • ἐπιδεικνύω — ἐπιδείκνυμι exhibit as a specimen pres subj act 1st sg ἐπιδείκνυμι exhibit as a specimen pres subj act 1st sg ἐπιδείκνυμι exhibit as a specimen pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίδειξη — η (AM έπίδειξις) [επιδεικνύω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού επιδεικνύω («επίδειξη εμπορευμάτων, μόδας» κ.λπ.) 2. συμπεριφορά που έχει σκοπό την επίδειξη για λόγους εντυπώσεων («επίδειξη πολυμάθειας, πλούτου» κ.λπ.) 3. φανέρωση, αποκάλυψη… …   Dictionary of Greek

  • παλληκαρεύω — και παληκαρεύω και παλικαρεύω [παλληκάρι] 1. κάνω το παληκάρι, συν. χωρίς να είμαι, επιδεικνύω ανδρεία 2. μέσ. παλ(λ)ηκαρεύομαι και παλικαρεύομαι (για γέροντα) προσπαθώ να παραστήσω το παληκάρι, επιδεικνύω παράστημα και χάρη παληκαριού, καμαρώνω …   Dictionary of Greek

  • προσαναδείκνυμι — Α επιδεικνύω, παρουσιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀναδείκνυμι «επιδεικνύω, εκθέτω»] …   Dictionary of Greek

  • έκκειμαι — (AM ἔκκειμαι) Ι. είμαι ανηρτημένος για να μπορεί να μέ διαβάζει το κοινό («έκκειται το πινάκιον») αρχ. μσν. πέφτω έξω, βρίσκομαι έξω αρχ. 1. επιδεικνύω 2. προβάλλω, φαίνομαι έξω από κάτι 3. (για μέλη τού σώματος) είμαι ακάλυπτος, γυμνός 4. είμαι… …   Dictionary of Greek

  • αλληλεπιδεικνύομαι — και αλληλο επιδεικνύομαι σε κάποιον και αυτός επιδεικνύεται σε μένα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλ(ο) * + επιδεικνύω ( ομαι)] …   Dictionary of Greek

  • αναδεικνύω — (Α ἀναδεικνύω και δείκνυμι, Ν και δείχνω) εκλέγω σε αξίωμα, ανακηρύσσω, αναγορεύω νεοελλ. 1. κάνω κάποιον ή κάτι σπουδαίο, εξυψώνω, προάγω, προβάλλω 2. μέσ. επιτυγχάνω σε κάποια επίδοση, προοδεύω, ευδοκιμώ, διακρίνομαι αρχ. 1. ανυψώνω και δείχνω… …   Dictionary of Greek

  • αποδεικνύω — κ. αποδείχνω (AM ἀποδεικνύω κ. δείκνυμι) 1. παρέχω στοιχεία για να επιβεβαιώσω ή να τεκμηριώσω ισχυρισμό, υπόθεση, γνώμη 2. κάνω κάτι φανερό, αποκαλύπτω αρχ. Ι. 1. παρουσιάζω 2. υπολογίζω 3. δημοσιεύω νόμο 4. ορίζω, καθορίζω 5. προσφέρω, παρέχω 6 …   Dictionary of Greek

  • αποφαίνομαι — (AM ἀποφαίνω κ. ομαι) ( ομαι) 1. εκφέρω γνώμη, λέω την άποψή μου 2. (για δημόσια αρχή) εκδίδω απόφαση, αποφασίζω αρχ. Ι. ενεργ. 1. καθιστώ φανερό, αποκαλύπτω 2. γνωστοποιώ, παρέχω ενδείξεις 3. παριστάνω, παρουσιάζω 4. καταγγέλλω 5. παρουσιάζω… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»